TO ΣΩMATEIO
ΣKOΠOΣ
TO Δ.Σ.
AΛΛEPΓIA ME AΠΛA ΛOΓIA
AΛΛEPΓIKEΣ ΠAΘHΣEIΣ
  ΠΩΣ ΠPOKAΛOYNTAI
ΠPOΛHΨH-ΘEPAΠEIA
NEEΣ EΞEΛIΞEIΣ
EKΔHΛΩΣEIΣ
EKΔOΣEIΣ - ΣYNENTEYΞEIΣ
ΣYXNEΣ EPΩTHΣEIΣ
XPHΣIMEΣ ΔIEYΘYNΣEIΣ
EΠIKOINΩNIA
e-NEWSLETTER
 

AΛΛEPΓIKEΣ ΠAΘHΣEIΣ

4. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΕΡΓΙΑ

Οι αλλεργικές φαρμακευτικές αντιδράσεις αντιπροσωπεύουν μία υποομάδα των ανεπιθύμητων φαρμακευτικών αντιδράσεων και αποτελούν σημαντικά αίτια νοσηρότητας και θνησιμότητας. Η συχνότητα τους θεωρείται ότι είναι υψηλή, αν και η καταγραφή τους δεν είναι πλήρης λόγω ελλιπούς πιστοποίησης και παρακολούθησης στα περισσότερα νοσοκομεία και κλινικές.

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ
Σύμφωνα με μελέτη του 1998 στις Η.Π.Α., από τους ασθενείς που νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομείο, ποσοστό 6,7% εμφάνισαν ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις και εξ αυτών 0,32% ήταν θανατηφόρες. Μόνο το 1994 στις Η.Π.Α. 2.216.000 ασθενείς που νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομείο είχαν σοβαρές ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις και περισσότερες από 100.000 από αυτές ήταν θανατηφόρες. Θεωρείται ότι η συχνότητα των ανεπιθύμητων φαρμακευτικών αντιδράσεων είναι πολύ υψηλή και οι θανατηφόρες ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις είναι μεταξύ 4ης και 6ης θέσης στα αίτια θανάτου. Ποσοστό 6% ως 10% από τις ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις αποδίδονται σε αλλεργικό ή ανοσολογικό μηχανισμό.
Φάρμακα που έχουν ενοχοποιηθεί συχνότερα για τις παραπάνω αλλεργικές αντιδράσεις είναι: η ασπιρίνη και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, η πενικιλίνη, οι κεφαλοσπορίνες, οι σουλφοναμίδες, τα σπασμολυτικά και μυοχαλαρωτικά φάρμακα, οι τετρακυκλίνες, το αίμα και τα παράγωγα του, οι σκιαγραφικές ουσίες, τα αντισυλληπτικά, τα εκχυλίσματα ανοσοθεραπείας κά.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΛΛΕΡΓΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ
Η μεγάλη κατηγορία των ανεπιθύμητων φαρμακευτικών αντιδράσεων περιλαμβάνει αναμενόμενες και μη δυνάμενες να προβλεφθούν αντιδράσεις. Οι πρώτες είναι δοσο-εξαρτώμενες, συνήθως σχετίζονται με γνωστές φαρμακολογικές δράσεις του φαρμάκου και εκδηλώνονται σε κατά τα άλλα φυσιολογικούς ασθενείς. Παραδείγματα αντιδράσεων αυτού του είδους είναι η τοξικότητα, οι παρενέργειες, οι δευτεροπαθείς φαρμακευτικές επιδράσεις και οι φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις. Αντίθετα, οι μη προβλεπόμενες αντιδράσεις είναι ανεξάρτητες της δόσεως του φαρμάκου, συχνά δεν σχετίζονται με τις φαρμακολογικές δράσεις του φαρμάκου και συμβαίνουν σε επιρρεπή άτομα. Μερικά παραδείγματα μη προβλέψιμων αντιδράσεων είναι οι ιδιοσυγκρασιακές αντιδράσεις, οι αλλεργικές και οι ψευδοαλλεργικές αντιδράσεις. Κλινικά οι ψευδοαλλεργικές αντιδράσεις μοιάζουν με τις αλλεργικές αλλά διαφέρουν στο γεγονός ότι δεν ενοχοποιείται ανοσολογικός μηχανισμός

XΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΛΛΕΡΓΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ
-Η αρχική χορήγηση του φαρμάκου δεν προκαλεί πρόβλημα
-Χωρίς προηγούμενη έκθεση, οι αλλεργικές αντιδράσεις εμφανίζονται μετά μερικές μέρες χορήγησης του φαρμάκου
-Οι αλλεργικές αντιδράσεις περιορίζονται σε μικρό αριθμό κλινικών εκδηλώσεων
-Οι αλλεργικές αντιδράσεις συμβαίνουν σε μικρό ποσοστό του πληθυσμού
- Οι αλλεργικές αντιδράσεις συμβαίνουν σε δόση πολύ χαμηλότερη της θεραπευτικής δόσης του φαρμάκου
- Ηωσινοφιλία στο αίμα και στους ιστούς ενισχύει την συμμετοχή αλλεργικής αντίδρασης
- Οι αλλεργικές αντιδράσεις συχνά υποχωρούν μετά τη διακοπή του φαρμάκου

ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΑΛΛΕΡΓΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ
Οι αλλεργικές φαρμακευτικές αντιδράσεις διακρίνονται σε συστηματικές και ειδικές εκδηλώσεις κάποιου οργάνου. Οι μείζονες συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις περιλαμβάνουν την αναφυλαξία , την αγγειίτιδα , την ορονοσία και τον φαρμακευτικό πυρετό. Οι ειδικές φαρμακευτικές αντιδράσεις μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε όργανο του σώματος αλλά πιο συχνά προσβάλλουν το δέρμα π.χ. κνίδωση ή αγγειοοίδημα. Εκτός από αυτές τις αντιδράσεις μπορούν να παρατηρηθούν αιματολογικές, πνευμονικές, ηπατικές, νεφρικές και άλλες μορφές φαρμακευτικών αντιδράσεων ειδικές για κάποιο όργανο.

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΕΡΓΙΚΟΣ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΦΑΡΜΑΚΟ

Α. ΑΡΧΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Η προσέγγιση ασθενούς με ανεπιθύμητη φαρμακευτική αντίδραση περιλαμβάνει πλήρες, λεπτομερές ατομικό ιστορικό και προσεκτική κλινική εξέταση. Αυτό που πρέπει να γίνει εξ αρχής σαφές είναι το κατά πόσο η αντίδραση είναι αλλεργική ή όχι. Όλα τα ληφθέντα φάρμακα καταγράφονται μαζί με τις ημερομηνίες χορήγησης και διακοπής τους. Επίσης καταγράφονται οι δόσεις τους, ειδικά εάν τίθεται υποψία τοξικής δράσης παρά εμπλοκής ανοσολογικού μηχανισμού. Ο ασθενής ερωτάται για κάθε προηγούμενη λήψη φαρμάκων και για το αν υπάρχει υποκείμενη ηπατική ή νεφρική νόσος που μπορεί να προκαλεί διαταραχή στο μεταβολισμό ή την έκκριση του φαρμάκου από τον οργανισμό.
Η κλινική εξέταση δίνει σημαντικές πληροφορίες, ιδιαίτερα αν η φαρμακευτική αντίδραση εξακολουθεί να υπάρχει. Επειδή το δέρμα συχνά συμμετέχει στις φαρμακευτικές αντιδράσεις πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά. Ακόμα και αν η δερματική αντίδραση έχει υποχωρήσει, ο ασθενής μπορεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες για τον τύπο του δερματικού εξανθήματος. Τέλος, η πλήρης κλινική εξέταση είναι σημαντική για τον καθορισμό της επέκτασης της αντίδρασης σε άλλα όργανα.

Β. ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Κλινικά, η διάγνωση μίας αντίδρασης που προκαλείται από φάρμακο, είναι συχνά αβέβαιη. Η ευκολότερη προσέγγιση είναι αυτή κατά την οποία ο ιατρός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αντίδραση είναι φαρμακοεξαρτώμενη. Ο ιατρός πληροφορεί τον ασθενή για την ευαισθησία στο φάρμακο και συμβουλεύει τον ασθενή να μην δεχθεί θεραπεία με το ίδιο φάρμακο ξανά. Αυτή η προσέγγιση είναι ένας από τους ασφαλέστερους τρόπους να προφυλαχθεί ο ασθενής από περαιτέρω φαρμακευτικές αντιδράσεις αλλά συνοδεύεται από ορισμένα προβλήματα. Κατά πρώτον ο ασθενής μπορεί χωρίς λόγο να στερείται σημαντικά φάρμακα, γεγονός που περιορίζει μελλοντικές επιλογές, εφόσον απαιτείται εκ νέου φαρμακευτική θεραπεία. Κατά δεύτερον, ο ασθενής μπορεί λανθασμένα να χαρακτηρισθεί ως πάσχων από πολλαπλές φαρμακευτικές αλλεργίες. Λόγω της αύξησης της αντίστασης στα αντιβιοτικά, η διενέργεια δερματικών δοκιμασιών σε άτομα με πιθανή αλλεργία στην πενικιλίνη αποτελεί σημαντική κλινική επιλογή, σε σχέση με την απευθείας επιλογή αντιβιοτικών άλλης ομάδας. Εξάλλου ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας στην πενικιλίνη συχνά βρίσκονται αρνητικοί στις δερματικές δοκιμασίες στην πενικιλίνη και επομένως μπορούν να λάβουν με ασφάλεια το αντιβιοτικό.

Μία άλλη κλινική προσέγγιση βασίζεται στο λεπτομερές ιστορικό και τη φυσική εξέταση λαμβάνοντας υπόψη τις φαρμακολογικές ιδιότητες του φαρμάκου προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον είναι πράγματι η ανεπιθύμητη ενέργεια αποτέλεσμα του φαρμάκου και αν ισχύει αυτό κατά πόσον ήταν αναμενόμενη αντίδραση που είναι συχνή και σχετίζεται με τις φαρμακολογικές ιδιότητες του φαρμάκου ή ήταν μη προβλεπόμενη που είναι σπάνια και τυπικά δεν σχετίζεται με τις φαρμακολογικές ιδιότητες του φαρμάκου. Στην πρώτη κατηγορία μπορεί να χρειάζεται απλώς να ρυθμιστεί η δόση του φαρμάκου ή αν πρόκειται για αλληλεπίδραση με άλλο φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί για όσο διάστημα δεν χορηγούνται άλλα φάρμακα που μπορούν να ενισχύουν τη δράση του. Στη δεύτερη περίπτωση πριν χορηγηθεί εκ νέου ένα φάρμακο που προκάλεσε πιθανώς ανοσολογική αντίδραση, είναι καλύτερο να καθορίζεται ο τύπος της αλλεργικής αντίδρασης που προκλήθηκε και το αν ο ασθενής είναι αλλεργικός κατά τον χρόνο της εκτίμησης.

3. ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΣΕ ΦΑΡΜΑΚΑ
Αν και υπάρχουν διαγνωστικές μέθοδοι, είναι ακόμα περιορισμένης πρακτικής αξίας για τον ιατρό που εκτιμά έναν ασθενή με πιθανή φαρμακευτική αλλεργία. Μείζον πρόβλημα που επηρεάζει τη χρήση διαγνωστικών δοκιμασιών για φαρμακευτική αλλεργία είναι το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις - με εξαίρεση την πενικιλίνη - η ανοσοχημεία του φαρμάκου που διερευνάται είναι ακόμα άγνωστη.
4. ΔΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ
Δερματικές δοκιμασίες για άμεση υπερευαισθησία διατίθενται για την πενικιλίνη αλλά δυστυχώς όχι για άλλα αντιβιοτικά.. Η προγνωστική αξία της δοκιμασίας για IgE αντισώματα έναντι του συγκεκριμένου φαρμάκου είναι πολύ υψηλή. Εντούτοις πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η δοκιμασία εκτιμά μόνο την IgE μεσολαβούμενη αλλεργία.
Kατά την εκτίμηση ασθενών για αλλεργία σε αντιβιοτικά πλην της πενικιλίνης, μπορούν να ληφθούν χρήσιμες πληροφορίες από τις δερματικές δοκιμασίες με το ίδιο το φάρμακο. Ομως επειδή δεν χρησιμοποιούνται οι αντιγονικοί καθοριστές που τελικά δρουν στον οργανισμό, το αρνητικό αποτέλεσμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Αντίθετα, ένα θετικό αποτέλεσμα μπορεί να δώσει πολλές χρήσιμες πληροφορίες (υποδεικνύει την παρουσία ειδικών αντισωμάτων ΙgE για το συγκεκριμένο φάρμακο)
5. ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ
Οι υπάρχουσες εργαστηριακές διαγνωστικές δοκιμασίες μπορούν να δώσουν χρήσιμες πληροφορίες αλλά χρησιμοποιούνται σε μικρό βαθμό από τους ιατρούς. Οι δοκιμασίες RAST που χρησιμοποιούνται για να ανιχνεύσουν IgE αντισώματα, δεν είναι πολύ ευαίσθητες στην ανίχνευση των ειδικών για τα φάρμακα IgE αντισωμάτων. Εξάλλου και αυτές έχουν το μειονέκτημα των δερματικών δοκιμασιών, δηλαδή υπάρχει έλλειψη γνώσης των κλινικά ενεργών αντιγονικών καθοριστών που δρουν στον οργανισμό και άρα τα αποτελέσματα τους έχουν μικρή αξιοπιστία και συμμετοχή στην διαπίστωση απουσίας αλλεργίας στα φάρμακα που ενοχοποιούνται. Το θετικό όμως αποτέλεσμα σε συνδυασμό με το ιστορικό δίνει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την ευαισθητοποίηση του ασθενούς στη συγκεκριμένη ομάδα φαρμάκων.
Η μέτρηση των συστατικών του συμπληρώματος και της απελευθέρωσης από διάφορα φλεγμονώδη κύτταρα μεσολαβητών στο αίμα και στον ορό δεν αποτελεί μέθοδο ρουτίνας στην κλινική πρακτική, παρά μόνο χρησιμοποιούνται για ερευνητικούς σκοπούς. Εξαίρεση αποτελεί η μέτρηση της τρυπτάσης του ορού, ενός ενζύμου του αίματος που βρίσκεται στα σιτευτικά κύτταρα και απελευθερώνεται κατά τη συστηματική ενεργοποίηση των κυττάρων αυτών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΕΡΓΙΑ
1. ΑΠΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
Η απευαισθητοποίηση είναι η διαδικασία με την οποία ο ασθενής με φαρμακευτική αλλεργία μεταβαίνει από μία κατάσταση υψηλής ευαισθησίας σε μία νέα όπου το φάρμακο είναι ανεκτό. Η διαδικασία εφαρμόζεται με τη σταδιακή χορήγηση αυξανόμενων δόσεων του φαρμάκου στον ασθενή εντός ωρών ή και ημερών. Εφαρμόζεται σε ασθενείς με γνωστή ή πιθανολογούμενη παρουσία IgE αντισωμάτων σε συγκεκριμένο φάρμακο όταν δεν υπάρχει εναλλακτικό φάρμακο για να χορηγηθεί.
Η ταχεία απευαισθητοποίηση (που χρησιμοποιείται για τη μεσολαβούμενη από IgE αντισώματα και διαρκεί μερικές ώρες) είναι επιτυχής όχι μόνο για τους ασθενείς με αλλεργία στην πενικιλίνη αλλά και σε αυτούς με αλλεργικές αντιδράσεις σε ποικιλία άλλων φαρμάκων (π.χ. β-λακταμικά αντιβιοτικά / κεφαλοσπορίνες, σουλφοναμίδες, βανκομυκίνη, πενταμιδίνη, κλινδαμυκίνη, αντιφυματικοί παράγοντες). Η απευαισθητοποίηση αυτή πρέπει να εφαρμόζεται σε νοσοκομειακό χώρο με μονάδα εντατικής θεραπείας με διαθέσιμο εξοπλισμό ανάνηψης και εκπαιδευμένο νοσηλευτικό προσωπικό υπό την επίβλεψη αλλεργιολόγου. Η αρχική δόση καθορίζεται από επιδερμικές δερματικές δοκιμασίες με την καθαρή μορφή του φαρμάκου και ακολουθούν οι ενδοδερμικές ανάλογες. Τυπικά οι δόσεις διπλασιάζονται κάθε 15 με 30 λεπτά ενώ ζωτικά σημεία, φυσική εξέταση και αναπνευστικοί δείκτες καταγράφονται με μηχανήματα. Ποσοστό έως και 30% των ασθενών μπορεί να παρουσιάσει μέτριες επιπλοκές, όπως κνησμό ή εξάνθημα και μπορεί να χρειαστούν ρυθμίσεις στη χορηγούμενη δόση ή διαλείμματα μεταξύ των δόσεων και χορήγηση φαρμάκων για την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Σε ασθενείς με σοβαρές επιπλοκές, όπως βρογχόσπασμο ή υπόταση η διαδικασία της απευαισθητοποίησης πρέπει να διακόπτεται.
2. ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΞΕΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ
Κατά την αντιμετώπιση ενός ασθενούς με οξεία αλλεργική φαρμακευτική αντίδραση, πρέπει να ακολουθούνται μερικοί γενικοί κανόνες. Πρώτον, αν είναι δυνατόν, πρέπει να πιστοποιηθεί ο μηχανισμός. Δεύτερον, ο ιατρός πρέπει να προσπαθήσει να πιστοποιήσει το υπεύθυνο φάρμακο και μετά να αποφασίσει αν το φάρμακο πρέπει να διακοπεί ή να συνεχισθεί. Σε μερικές περιπτώσεις υπάρχει μικρό περιθώριο επιλογής: το φάρμακο πρέπει να συνεχισθεί επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να χορηγηθεί κατασταλτική θεραπεία. Ελοχεύει όμως ο κίνδυνος να εξελιχθεί η αρχική αντιδραση σε μία σοβαρότερη κατάσταση, όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson ή η τοξική επιδερμική νεκρόλυση. Για αυτό το λόγο οι ασθενείς που λαμβάνουν κατασταλτική θεραπεία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.


Copyright © 2004-2007 allergia.gr ALL RIGHTS RESERVED